εσύ εκεί
μες στα άδεια όνειρα μονάχη να καπνίζεις
και εγώ εδώ
μα απο δίπλα σου πώς λείπω μην νομίζεις
ΑΡΓΗΣΕΣ
μπορεί να φταίει το μάτι που με μάτιασε
μπορεί να βιάστηκε η κλεψύδρα μου και να άδειασε
ίσως η άνοιξη μου να έχασε τις μέλισσες
μα είναι που ήρθες στο κατάρτι και με έλυσες
μπορεί να φταίει που το όνειρό μου έχασα
μπορεί τα χρόνια να περάσαν και να ξέχασα
ίσως να αγόραζα ζωή και να ξοδεύτηκα
μα είναι που μου είπες να χορέψουμε και δέχτηκα
μπορεί να φταίει η γκαντεμιά μου και η τύχη μου
ίσως να φταίει που σε γνώριζαν οι στίχοι μου
μπορεί οι μούσες μου να φταίνε και οι μάγισσες
μα είναι που πάντα σε περίμενα και μου άργησες
Α.Π.
ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ
Το πρόβλημα μου είναι ο άνθρωπος.
Ο άνθρωπος είναι που θα κάψει το δάσος μου.
Που θα γεμίσει με απόβλητα τη θάλασσα μου.
Που θα σκοτώσει το αγαπημένο μου σκυλάκι με φόλα.
Που θα με δείρει επειδή είμαι διαφορετικός.
Που θα μου πάρει χρησιμοποιώντας τις τράπεζες, το σπίτι που μου άφησε ο πατέρας μου.
Που θα στείλει τα παιδιά μου στην πρώτη γραμμή ,να σκοτώσουν τα συνομήλικα τους παιδιά , που φοβούνται όσο και εκείνα.
Που χρησιμοποιεί την νοημοσύνη του και την τεχνολογία του για να φτιάξει όπλα που μπορούν να καταστρέψουν εκατοντάδες φορές τη γη , αλλά ακόμα δεν έχει βρει πώς να ξεδιψάσει και να ταΐσει τα παιδιά στην Αφρική.
Μισώ τους ανθρώπους , άρα είμαι απάνθρωπος.
Μα η τελευταία ελπίδα του ανθρώπου είναι οι απάνθρωποι αυτού του κόσμου
Α.Π.
ΚΥΡΑ ΜΟΥ
βγαίνω απ τις αυταπάτες μου
και στην ουσία μπαίνω
κοίταξα στην πυξίδα της
και βρήκα που πηγαίνω
έγινε ο πόθος αγκαλιές
και τα φιλιά μου χάδια
και από το παλιό κρεβάτι μου
ξέστρωσα τα σκοτάδια
βγήκα απ 'την αυταπάτη μου
και την γαλάζια ελπίδα
κ' έγειρα στο φεγγάρι μου
την μέρα που την είδα
τις αυταπάτες μου απαλά
μες τα τραγούδια μου άφησα
και μόνο ένα χαμόγελο
από εκείνες κράτησα
πόσο γεμίζω με ψυχή
που αγγίζω την χαρά μου
και που την μούσα μου μπορώ
να την λέω ''κυρά μου''
Α.Π.
ΕΣΥ ΕΚΕΙ
Μα ξέρω είσαι εκεί , πίσω από το τζάμι
Πώς τόσες σκέψεις να μην σε έχουν θρέψει
να σε έχουν ντύσει
να σε έχουνε ποδέσει
Όταν ο χρόνος εσταμάτησε λιγάκι
σαν κουρασμένος ταξιδιώτης στο παγκάκι
Όταν γεμίσαν οι φωλιές με χελιδόνια
απ 'τα κλουβιά όταν δραπέτευσαν τα χρόνια
Όταν η μούσα με ζητούσε σε χορό
όταν το ''θέλω'' νίκησε το ''δεν μπορώ''
νομίζω σε είδα που κουνούσες το μαντήλι
με ένα μυστήριο χαμόγελο στα χείλη
Εκεί κατάλαβα πως έγινες δικιά μου
πως θα γεννούσσες τα γαλάζια τα παιδιά μου
Εκεί νομίζω ότι γέννησες και εμένα
για να υπάρχω και να νοιάζομαι για σένα
Α.Π