Και όταν αγγίξεις
την φοβισμένη μου λύπη
με την γαλάζια σου φλόγα
σαν μία νιφάδα από χιόνι
θα πέσω μες στα όνειρά σου...
Και όταν κυλήσεις
σαν την βροχή του Σεπτέμβρη
στο διψασμένο μου σώμα
το μαραμένο μου βλέμμα
θα ξεπροβάλλει απ' το χώμα...
Α.Π.
Και ξέβαψες την θάλασσα απ' το χρώμα της
και έκλεψες τον άνεμο απ' το κύμα της
και έσβησες τον ήλιο από τα βότσαλα
και σκούπισες το αλάτι από τον βράχο
Και έφυγες και εσύ ...
και με άφησες μονάχο
Και βγήκες μέσα από το τραγούδι μου
και πήρες το μολύβι από το χέρι μου
και στέγνωσες το χρώμα στην παλέτα μου
και απ' την σιωπή μου έδιωξες το θρόισμα
Μου έλειψες πολύ μικρή μου μούσα
πάντα εδώ... και πάντα απούσα
Α.Π.
ΑΠΟΛΙΤΙΚ
Και την κονκάρδα πέταξα και βγήκα από τον όχλο
βαμμένη η ματαιότητα με κόκκινη μπογιά
τα νιάτα μου που ψάχνανε δρόμο να βρουν και στόχο
ποτέ τους δεν υπέγραψαν την μοίρα του ραγιά
Σημαίες που ξεκλείδωναν τις πόρτες τις μεγάλες
φθηνές σημαίες πλαστικές χωρίς ψυχή και ιδέες
σωτήρες και υπόκοσμος και τζάκια μαθουσάλες
γιορτές και νίκες ψεύτικες , δειλές και στιγμιαίες
Μα εγώ όταν τέλειωνε η γιορτή
με ένα στυλό και ένα χαρτί
σε ένα καμβά να απλώνω χρώμα
ανάσα μιά να παρω ακόμα
Τα βήματά μου αυθόρμητα χωρίς οπαδιλίκι
πάντα απαισιόδοξος και πάντα λυτρωμένος
τα πάθη που δεν με έδιωξαν και ας χρώσταγα το νοίκι
σε όσα ένιωθε η ψυχούλα μου απόλυτα δοσμένος
Α.Π.
Σβήσαν τα φώτα των Χριστουγέννων
και της πρωτοχρονιάς
έχει φεγγάρι , γλυκιά η νύχτα
έφυγε ο χιονιάς
θαλασσοπούλια γυρνούν στο νότο
σε μία γραμμή αράδα
κύμα λουσμένο από χρυσάφι
κάτω από την φεγγαράδα
Στην παραλία ένα ζευγάρι
πιασμένο χέρι χέρι
μία φλόγα σκίζει στα δυό το βράδυ
από ένα πεφταστέρι
Κάτω από την λεύκα σε ένα παγκάκι
μία σκιά καπνίζει
την χαραγμένη καρδιά στο ξύλο
από ώρα ψηλαφίζει
Πρώτη του χρόνου πριν κάποια χρόνια
χαράξαν την καρδούλα
μα το ξεχάσαν και η χαραξιά τους
έμεινε μοναχούλα
Α.Π.