Και αν ήταν κάποτε να γίνει
είμαι φωτιά που τώρα σβήνει
αλλού το κύμα με έχει πνίξει
και αλλού το μνήμα μου έχω ανοίξει
Δεν ήταν ο καιρός μαζί μου
αλλού εγώ και αλλού η ζωή μου
τα νιάτα μου λες και ήταν ξένα
ξέστρωτα και αναμαλλιασμένα
ΚΟΜΜΕΝΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ
Είναι που ο θάνατος ζητάει τη ζωή να την ζήσεις
γιατί τροφή του είναι όλα όσα ξωπίσω θα αφήσεις
να ακουμπήσει την σκουριά και την σαπίλα του ψάχνει
όπως αφήνει στον ιστό της τα κουφάρια η αράχνη
Είναι που ο θάνατος ζητάει πρώτα να σε γεννήσουν
και αδέσποτο μες στους φόβους μονάχο να σε αφήσουν
στα κολασμένα ρολόγια ανάποδα που μετράνε
να βλέπεις ώρα την ώρα τις μέρες σου να περνάνε
Είναι που ο θάνατος να σπείρεις την γενιά σου ζητάει
γιατί ο καθένας μας σε εκείνον πάντα κάτι χρωστάει
στου άπειρου τα τεφτέρια κανένας δεν ξεχρεώνει
ότι φυτρώνει και ανθίζει στο θάνατό θα πληρώνει
Σαν το λουλούδι μες στο βάζο που είναι ακόμα ανθισμένο
και το ποτίζεις ενώ ξέρεις ότι πως είναι πια πεθαμένο
σαν την αγάπη που γερνάει μες στο παλιό το τραγούδι
μοιάζει η ζωή μας να είναι ένα κομμένο λουλούδι
Α.Π
ΚΡΥΦΤΟ
ίσως μπερδεύτηκα
για άλλη σε πέρασα
ίσως φοβήθηκα που ζάρωσα και γέρασα
ίσως πλανήθηκα
τον δρόμο μου έχασα
κανείς δεν με ήξερε και εγώ ποιος ήμουν ξέχασα
ίσως στο βλέμμα σου
που πάνω μου έπεσε
η υπερηφάνεια μου προδόθηκε και ξέπεσε
ίσως σε αγάπησα
ίσως να σ αγαπώ
όμως τα λόγια μου πεθάναν και πώς να στο πω
έχω ένα μυστικό
που δεν ξέρει κρυφτό
για αυτό τις μάσκες μου φοράω για να σου κρυφτώ
Α.Π.
Συννεφάκι πες μου τώρα πού να σαι
στο γαλάζιο ,σαν αφράτο βαμβάκι
στο ταξίδι πες μου αν με θυμάσαι
πού διψάω ας νοιαζόσουν λιγάκι
Μαϊστράλι σε ποιο κύμα παφλάζεις
ποιο κοχύλι στη δροσιά σου ανοίγεις
σε ποια ακτή σβήνεις και αναστενάζεις
σε ποια δίχτυα την αγάπη τυλίγεις
Πετονιά στα άγρια βράχια κομμένη
το αγκίστρι στο νερό πέρα δώθε
η καρδιά μου στο αγκίστρι δεμένη
ακριβέ μου και τον νιάτων μου πόθε
Α.Π
ΚΥΡΙΑΚΗ
Είναι μία γάτα στην αυλή
και ένα αδέσποτο σκυλί
και τα τζιτζίκια που όλη μέρα τραγουδάνε
Είναι και μιά άγρια καρυδιά
με τα άπλωμένα της κλαδιά
και χελιδόνια που τριγύρω της πετάνε
Τα ηλιόδεντρα καμαρωτά
τριαντάφυλλα αγκαθωτά
και ένα μποστάνι που απλώνεται πιο πέρα
Είμαι και εγώ κάπου εκεί
κι άλλη χαμένη Κυριακή
δεν είσαι εδώ , είσαι μακριά για άλλη μία μέρα
Α.Π.
Εκείνο το πεφταστέρι που έπεσε χθες το βράδυ στον ουρανό της ανατολής.
Απόλυτα αιφνιδιασμένο και αβέβαιο έβλεπε τους ανθρώπους να τρέχουν τρομαγμένοι στην θέα του.
Μα του είχαν πει τόσο όμορφες ιστορίες για το στερνό του ταξίδι.
Ότι οι άνθρωποι θα το κοιτάζουν εκστασιασμένοι και θα νιώθουν τυχεροί που το είδαν.
Και η πιο ωραία ιστορία που είχε ακούσει ήταν ότι στην θέα του οι άνθρωποι θα έκαναν ευχές για τα κρυφά τους ανεκπλήρωτα όνειρα.
Απογοητευμένο, λίγο πριν σβήσει για πάντα στον ουρανό , άκουσε τις προσευχές και το κλάμα των ανθρώπων , είδε τον τρόμο στα μάτια τους.
Και πρόλαβε να δει σαν τελευταία εικόνα, δεκάδες πύρινες φλόγες να διασχίζουν τον ουρανό.
Μόνο που δεν ήταν πεφταστέρια.
Α.Π.
ΣΤΑ ΚΑΤΑΚΑΘΙΑ
Ανήσυχα μουδιασμένος
και αναποφάσιστα στέρεος
κύκλο στον κύκλο και κυκλωμένος
πάντα μισός και ακέραιος
Ορθάνοιχτα κλειδωμένος
πολύβουα σιωπηλός
σιαμαίος και διχασμένος
ξεκάθαρος και απατηλός
Σαν τέρας που νιαουρίζει
και έχει στο δέρμα του γυαλιά και αγκάθια
που τα τραγούδια τα συλλαβίζει
και στίχους βρίσκει στα κατακάθια
Φοράει το πρόσωπο πάνω απ' την μάσκα του
και το χαμόγελο πάνω απ' την θλίψη
βγάζει τα αστεία του μέσα απ' την κλάψα του
και κλέβει τα όνειρα για να τα στύψει
Είναι τα πάντα , είναι ο κανένας
είναι το κύμα , είναι ο πυθμένας
είναι όσα αγαπώ και όσα φοβάμαι
είναι όσα ξέχασα και όσα θυμάμαι
Α.Π.