Τρίτη 12 Μαΐου 2020

στο κατακάθι του καφε

στο κατακάθι του καφε

μία μαϊμού τυλιγμένη σφιχτά στο λαιμό μου με πνίγει
μία οχιά μού γεμίζει τις φλέβες φαρμάκι
ένα αγρίμι με τα νύχια δύο τρύπες στα μάτια μου ανοίγει
και καρφώνει στο στήθος μου μέσα, το βρώμικο ράμφος του, ένα κοράκι

μα έχω ακόμη τα χέρια μου μέσα στις τσέπες αφήσει
λες και δεν μένω πιά μέσα σε τούτο το σώμα
λες και ήταν κλουβί και η ψυχή  μου πουλί που πετάρισε και δεν θα γυρίσει
σαν να άνοιξε μία πληγή στο ουράνιο τόξο και έχασε όλο το χρώμα

 Οι πλατείες γεμίσαν με κόσμο,τα αγρίμια στο δάσος γυρίζουν
 και ο φόβος σαν κερί που έχει λιώσει απ' τον ήλιο του Μάη
στις αυλές ,στα μπαλκόνια ,τα λουλούδια στις γλάστρες τα κορίτσια  ποτίζουν
και ο παπάς τις καμπάνες χτυπά στο ξωκλήσι και ξανά  λειτουργάει

μα εγώ έχω ακόμη τα χέρια μου μέσα στις τσέπες αφήσει
και σαν ρούχο το σώμα μου πεταμένο με τα άπλυτα μες στο καλάθι
κάποιος στίχος τι σκέψεις  μου όμως ξεπλένει στου νιπτήρα την βρύση
και μετά λες τη μούσα γυρεύει να βρεί στου καφέ μέσα το κατακάθι

Α.Π.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου